πανυπείροχος

πανυπείροχος
παν-υπείρ-οχος, über alles hervorragend

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πανυπείροχος — pre eminent masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πανυπείροχος — ον, Α αυτός που υπερέχει όλων. [ΕΤΥΜΟΛ. < παν * + ὑπείροχος, ιων. τ. του ὑπέροχος] …   Dictionary of Greek

  • πανυπείροχον — πανυπείροχος pre eminent masc/fem acc sg πανυπείροχος pre eminent neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πανυπείροχα — πανυπείροχος pre eminent neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πανυπείροχοι — πανυπείροχος pre eminent masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • NISAEI Equi — olim illustres, in Mediae campo, Nisaeo, qui proceri admodum erant corporis. Herodot. in Polybymn. Ἔςι πεδίον μέγα τῆς Μηδικῆς, τῷ ὄνομά ἐςι Νίσαιον᾿ τοὺς ὦν δὴ ἵππους τοὺς μεγάλους φέρει τὸ πεδίον τοῦτο. Mediae campus est magnus, Nisaeus nomine …   Hofmann J. Lexicon universale

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”